Αρχικη ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ Πως να χωρέσει ο κόσμος μας σε μια φωτογραφία;

Πως να χωρέσει ο κόσμος μας σε μια φωτογραφία;

Απο Θοδωρής Φλου

  Γράφει ο Γιάννης Σιδηράς

 Σήμερα είπα στον πατέρα μου ότι με κορόιδεψε,  όταν ήμουν μικρός μου έλεγε «διάβαζε για να μην γίνεις τσομπάνης» και εγώ  νόμιζα ότι είναι κάτι κακό και δεν του ζήτησα ποτέ να μου πάρει πρόβατα η κατσίκες.

Γέλασε όταν του το είπα, μα όταν του ζήτησα να μου πει ποιος έζησε πιο ελεύθερος σοβάρεψε και κατέβασε τα μάτια, τώρα ξέρει. Τώρα πλέον κατάλαβε, τώρα που τα πάντα άλλαξαν κατάλαβε.

Συνάντησα τον Ίρα από ένα χωριό στις  Ινδίες και μου έδειξε μια φωτογραφία που είχε από το χωριό του, ήταν όλο το χωριό αλλά όχι σπίτια και χωράφια,  μόνο κεφαλάκια ήταν στριμωχτά το ένα δίπλα στο άλλο για να χωρέσουν στο πλάνο, με ένα τεράστιο χαμόγελο χαραγμένο όχι μόνο στα χείλη αλλά στα μάτια όλων.

Φορούσαν παλιά ρούχα αλλά τους έντυνε το χαμόγελο και η χαρά τους περίτεχνα. Μετά μου είπε και ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να γελάει, ότι κάθε βράδυ όταν τελείωναν τις δουλειές τους μαζευόταν όλο το χωριό και λέγανε ιστορίες και γελούσαν  όλοι μαζί. Όταν λέει  κάναν μπάνιο στο ποτάμι άκουγες τα γέλια των παιδιών από χιλιόμετρα μακριά.

Όταν γεννιότανε ένα παιδί χόρευε όλο το χωρίο και όταν κάποιος πέθαινε κλαίγανε πάλι όλοι μαζί.

Τότε  κατάλαβα.

Πως να μπορέσει να γελάσει ο Ίρα εδώ που ήρθε ;

Τώρα βλέπω κόσμο στο δρόμο και ξέρω γιατί πολλοί δεν χαμογελάν και νομίζω πως όλοι αυτοί που χαμογελάνε είναι αυτοί που δεν ξέρουν και για αυτό χαμογελάνε. Δεν ξέρουν πως μπορεί να χωρέσει ένα χωριό σε μια φωτογραφία.

Δεν είχαν ποτέ δικό τους χωριό ούτε άκουσαν ποτέ τα γέλια απ´το ποτάμι δεν ψάρεψαν ποτέ χωρίς άδεια από το βασιλιά  και δεν γεύτηκαν τη γη τους, ούτε αυτοί ούτε οι προπαππούδες τους.

Πως να γελάσεις αν δεν ένιωσες ποτέ τη ζεστασιά του χωριού προς τον έναν.

Αν κοιτάξεις καλά θα δεις, την ζεστασιά τη μαρτυράνε τα μάτια  όταν  δακρύζουν και τη θλίψη το σκυμμένο κεφάλι  όταν περπατάν.

«Ο θλιμμένος» έτσι φωνάζουν τον Ίρα, θλιμμένο, φτωχό χωριάτη απ’ τις Ινδίες που δεν ξέρει τίποτα.

Μα … αυτός ξέρει τα πάντα φώναξα ! Και γελάσαν μαζί μου γιατί τον ρώτησαν αν του αρέσει εδώ και αυτός απάντησε : είναι καλά εδώ έχει λεφτά.

Τότε είδα πως και ο Ίρα δεν είχε καταλάβει ακόμα και πως απλά δάκρυζε, απλά δάκρυζε για το χαμόγελο που άφησε πίσω του χωρίς να το ξέρει.

Μια μέρα δεν άντεξα, σηκώθηκα πήρα το σάκο μου και ξεκινώντας απ´το Βερολίνο πέρασα από πόλη σε πόλη ψάχνοντας  χαμόγελα και θλίψη στα μάτια του κόσμου. Στους  πιο  «ανεπτυγμένους» τόπους τα χαμόγελα και η θλίψη ήταν από την ίδια γέννα. Βρήκα θλιμμένη χαρά ακριβά αγορασμένη και καλά πακεταρισμένη από ταινία παραγωγής μεγάλων εταιριών σερβιρισμένη από κανάλια της τηλεόρασης και  αφού δεν γνώριζαν αγόραζαν.

Μετά από χρόνια άρχισα να ψάχνω τα γέλια των παιδιών, όσο ποιο «ψηλά» έφτανα τόσο ποιο λίγο ακουγόταν. Μα τι έγινε που πήγαν τα παιδιά ; που πήγαν τα γέλια ; Που πήγαν τα παιχνίδια στους δρόμους και τα κλάματα ;

Συναντούσα παντού μεγάλους σε νεαρά  σώματα που απλά περιμένανε να γεράσουν. Τους κοίταζα στα μάτια για να καταλάβω, το γέλιο πλαστικό ψυχρό και δεν ξέρανε, δεν τους είπε ποτέ κανείς τίποτα. 

Δε τους έδειξαν, για να μη μάθουν.

Δεν τους μάθανε να γελάνε στα αλήθεια δυνατά από τη ψυχή χωρίς φόβο, δεν κάνανε βλακίες δεν χλεύαζαν το εγώ τους, το προστάτευαν και  απ´τους εαυτούς τους ακόμα, έτσι τους είπαν να κάνουν. Δεν επιτρέπετε να ξυπνήσουν, αυτοί θα κυβερνήσουν του υπολοίπους όλους, για αυτό τους ετοιμάζουν. 

Στα παιδιά βρήκα και την κατάθλιψη των μεγάλων, αφού τα γέλια δεν φωνάζουν ελεύθερα η θέλουν υποκατάστατα πολλά για να ακουστούν, ενώ φαλτσάρουν  προσπαθώντας να παρουσιάσουν  την πλαστική ελευθερία που εκπροσωπούν.

Κάποιοι όταν τους ρώτησα πως αντέχουν με πέρασαν για τρελό, σε χωριά σαν του Ίρα  πεθαίνουν νέοι μου είπαν!

  Μα εδώ γεννιόμαστε γεροι και νεκροί τους απαντώ, δεν ζούμε, ξεχάσαμε ποιοι ήμαστε, χάσαμε το ρόλο μας στη ζωή και διεκδικούμε έναν άλλο ξένο ρόλο όχι δικό μας πλαστικό προσχεδιασμένο χωρίς εκπλήξεις.

Δακρύζω.

Άχ ρε πατέρα ακόμα και για τα πρόβατα λάθος μου τα είπες και ακόμα ψάχνω χωρίς να ξέρω αν θα βρω αυτό που θέλω. Βλέπεις με κάνανε πολίτη του κόσμου και  δεν ξέρω πως μπορεί να χωρέσει ένας ολόκληρος κόσμος σε μια  φωτογραφία, δεν είχα ποτέ δικό μου ολόκληρο κόσμο, ούτε άκουσα ποτέ τα γέλια των παιδιών απ´ τα ποτάμια, δεν ψάρεψα ποτέ χωρίς άδεια από το βασιλιά και δεν γεύτηκα τη γη ούτε εγώ μα ούτε και οι

προπαππούδες μου.     Ευχαριστούμε Γιάννη,

Μουσικός ποιητής αρθρογράφος, αγωνιστής.

You may also like

Άφησε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Θα υποθέσουμε ότι το αποδέχεστε αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε εάν το επιθυμείτε. Αποδέχομαι Διαβάστε περισσότερα